la moquette
mo
μο
quette
kɛt
κετ
mouette

Ορισμός και σημασία του "moquette"στα γαλλικά

01

χαλί, κουβέρτα

revêtement de sol textile épais et doux 
la moquette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
moquettes
Παραδείγματα
La moquette du salon est d'un beige clair. 

Το χαλί του καθιστικού είναι ανοιχτό μπεζ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store