Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le moral
01
ηθικό, ψυχολογία
état psychologique, sentiment de confiance ou de motivation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le moral des employés est essentiel pour la réussite d' une entreprise.
Το ηθικό των εργαζομένων είναι απαραίτητο για την επιτυχία μιας εταιρείας.
moral
01
ηθικός, εθικός
qui concerne la distinction entre le bien et le mal, ce qui est juste et correct
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
moral
αρσενικό πληθυντικό
moraux
θηλυκό ενικό
morale
θηλυκό πληθυντικό
morales
Παραδείγματα
Un leader doit avoir une grande force morale.
Ένας ηγέτης πρέπει να έχει μεγάλη ηθική δύναμη.
02
ηθικός, πνευματικός
qui concerne l'esprit, le courage intérieur ou la vie intérieure
Παραδείγματα
La lecture est pour lui une nourriture morale essentielle.
Η ανάγνωση είναι για αυτόν μια ουσιαστική ηθική τροφή.



























