la moquette
Pronunciation
/mɔkɛt/

Ορισμός και σημασία του "moquette"στα γαλλικά

La moquette
[gender: feminine]
01

χαλί, κουβέρτα

revêtement de sol textile épais et doux
la moquette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
moquettes
Παραδείγματα
Un shampooing spécial nettoie en profondeur la moquette.
Ένα ειδικό σαμπουάν καθαρίζει βαθιά το χαλί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store