Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La malédiction
01
κατάρα, ξόρκι
parole ou formule par laquelle on souhaite le malheur à quelqu'un, souvent vue comme un sort magique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
malédictions
Παραδείγματα
La sorcière lui a lancé une malédiction.
Η μάγισσα του έριξε μια κατάρα.
02
κατάρα, επίρρημα
événement ou condition qui semble provoquer des malheurs répétés
Παραδείγματα
Pour cette équipe, la malédiction des finales perdure depuis dix ans.
Για αυτή την ομάδα, η κατάρα των τελικών διαρκεί δέκα χρόνια.



























