le mamelon
Pronunciation
/mamlˈɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "mamelon"στα γαλλικά

Le mamelon
[gender: masculine]
01

θηλή, μαστός

extrémité de la glande mammaire chez les mammifères femelles, par où sort le lait
le mamelon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mamelons
Παραδείγματα
La vache a quatre mamelons sur son pis.
Η αγελάδα έχει τέσσερις θηλές στο μαστό της.
02

στρογγυλός λόφος, μικρή ανύψωση

petite colline arrondie, en forme de sein
Παραδείγματα
Le paysage est formé de petits mamelons verdoyants.
Το τοπίο αποτελείται από μικρά πράσινα μαμελόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store