le mamelon
mamelon
mamlɔ̃
mamlaw

Ορισμός και σημασία του "mamelon"στα γαλλικά

01

θηλή, μαστός

extrémité de la glande mammaire chez les mammifères femelles, par sort le lait 
le mamelon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mamelons
Παραδείγματα
Le veau tète le mamelon de sa mère. 

Το μοσχάρι θηλάζει τον θηλή της μητέρας του.

02

στρογγυλός λόφος, μικρή ανύψωση

petite colline arrondie, en forme de sein 
Παραδείγματα
Le village est construit sur un mamelon. 

Το χωριό είναι χτισμένο πάνω σε ένα μαμελόν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store