maltraiter
Pronunciation
/maltʀete/

Ορισμός και σημασία του "maltraiter"στα γαλλικά

maltraiter
01

κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ

traiter avec brutalité ou cruauté
maltraiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maltraite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maltraitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maltraiterai
ενεστώτα μετοχή
maltraitant
παθητική μετοχή
maltraité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maltraitions
Παραδείγματα
Elle a été maltraitée par son conjoint.
Υπέστη κακοποίηση από τον σύντροφό της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store