Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maltraiter
01
κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ
traiter avec brutalité ou cruauté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maltraite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maltraitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maltraiterai
ενεστώτα μετοχή
maltraitant
παθητική μετοχή
maltraité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maltraitions
Παραδείγματα
Elle a été maltraitée par son conjoint.
Υπέστη κακοποίηση από τον σύντροφό της.
Λεξικό Δέντρο
maltraiter
mal
traiter



























