Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La malnutrition
01
υποσιτισμός, κακή διατροφή
état de santé causé par une alimentation insuffisante ou déséquilibrée, entraînant des carences nutritionnelles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La malnutrition touche surtout les enfants dans les pays en développement.
Η υποσιτισμός επηρεάζει κυρίως τα παιδιά στις αναπτυσσόμενες χώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
malnutrition
mal
nutrition



























