Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malsain
01
επιβλαβής για την υγεία, βλαβερός για την υγεία
qui nuit à la santé physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus malsain
συγκριτικός βαθμός
plus malsain
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
malsain
αρσενικό πληθυντικό
malsains
θηλυκό ενικό
malsaine
θηλυκό πληθυντικό
malsaines
Παραδείγματα
La nourriture trop grasse est malsaine.
Το πολύ λιπαρό φαγητό είναι ανθυγιεινό.
02
νοσηρός, ανθυγιεινός
contraire à la morale, dérangeant
Παραδείγματα
Il a un humour malsain.
Έχει ανθυγιεινό χιούμορ.
03
τοξικός, επιβλαβής
environnement social ou émotionnel nocif
Παραδείγματα
L'ambiance au travail est malsaine.
Η ατμόσφαιρα στη δουλειά είναι ανθυγιεινή.
Λεξικό Δέντρο
malsain
mal
sain



























