Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interdit
01
απαγορευμένος, απαγορευμένος
qui n'est pas permis, qui est défendu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus interdit
συγκριτικός βαθμός
plus interdit
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
interdit
αρσενικό πληθυντικό
interdits
θηλυκό ενικό
interdite
θηλυκό πληθυντικό
interdites
Παραδείγματα
Il est interdit de jeter des déchets par terre.
Απαγορεύεται να πετάτε σκουπίδια στο έδαφος.



























