Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intensité
[gender: feminine]
01
ένταση, δύναμη
degré de force, de vivacité ou de saturation d'une couleur, d'un goût, d'une émotion ou d'une sensation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' intensité émotionnelle du film est très forte.
Η συναισθηματική ένταση της ταινίας είναι πολύ ισχυρή.



























