l'intensité

Ορισμός και σημασία του "intensité"στα γαλλικά

01

ένταση, δύναμη

degré de force, de vivacité ou de saturation d'une couleur, d'un goût, d'une émotion ou d'une sensation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'intensité de la couleur rouge attire l'œil. 

Η ένταση του κόκκινου χρώματος προσελκύει το μάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store