Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inspecter
01
επιθεωρώ, ελέγχω
observer et vérifier avec attention quelque chose afin de détecter des défauts, des problèmes ou des irrégularités
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
inspecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
inspectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inspecterai
παθητική μετοχή
inspecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
inspectionns
Παραδείγματα
Le technicien inspecte les installations électriques.
Ο τεχνικός επιθεωρεί τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις.



























