Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insister
01
επιμένω
dire quelque chose plusieurs fois pour être sûr que c'est compris ou accepté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
insiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
insistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
insisterai
ενεστώτα μετοχή
insistant
παθητική μετοχή
insisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
insistions
Παραδείγματα
Nous insistons pour respecter les règles.
Εμμένουμε να σεβόμαστε τους κανόνες.



























