insister
Pronunciation
/ɛ̃siste/

Ορισμός και σημασία του "insister"στα γαλλικά

insister
01

επιμένω

dire quelque chose plusieurs fois pour être sûr que c'est compris ou accepté
insister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
insiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
insistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
insisterai
ενεστώτα μετοχή
insistant
παθητική μετοχή
insisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
insistions
Παραδείγματα
Nous insistons pour respecter les règles.
Εμμένουμε να σεβόμαστε τους κανόνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store