l'inquiétude
inquiétude
ɛ̃kɥietyd
eküietyd

Ορισμός και σημασία του "inquiétude"στα γαλλικά

01

ανησυχία, αγωνία

état d'alerte ou de préoccupation face à un danger, une difficulté ou une incertitude 
l'inquiétude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son retard a causé beaucoup d'inquiétude à ses parents. 

Η καθυστέρησή του προκάλεσε πολλή ανησυχία στους γονείς του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store