Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inquiétude
01
ανησυχία, αγωνία
état d'alerte ou de préoccupation face à un danger, une difficulté ou une incertitude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son retard a causé beaucoup d'inquiétude à ses parents.
Η καθυστέρησή του προκάλεσε πολλή ανησυχία στους γονείς του.



























