Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inoubliable
01
αξέχαστος, αξέχαστος
qui reste toujours dans la mémoire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus inoubliable
συγκριτικός βαθμός
plus inoubliable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inoubliable
αρσενικό πληθυντικό
inoubliables
θηλυκό ενικό
inoubliable
θηλυκό πληθυντικό
inoubliables
Παραδείγματα
Leur performance était inoubliable.
Η απόδοσή τους ήταν αξέχαστη.



























