inoubliable
inoubliable
inublijabl
ινουμπλιγαμπλ

Ορισμός και σημασία του "inoubliable"στα γαλλικά

inoubliable
01

αξέχαστος, αξέχαστος

qui reste toujours dans la mémoire 
inoubliable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus inoubliable
συγκριτικός βαθμός
plus inoubliable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inoubliable
αρσενικό πληθυντικό
inoubliables
θηλυκό ενικό
inoubliable
θηλυκό πληθυντικό
inoubliables
θεματικό πεδίο
mémoire, expérience, émotion
Παραδείγματα
C'était une soirée inoubliable. 

Ήταν μια αξέχαστη βραδιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store