Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'innovation
01
καινοτομία, νεωτερισμός
chose nouvelle ou idée originale qui apporte un changement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
innovations
Παραδείγματα
L' innovation a transformé la manière de travailler.
Η καινοτομία έχει μεταμορφώσει τον τρόπο εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
innovation
novation



























