Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'improvisation
01
αυτοσχεδιασμός
action de créer ou de jouer de la musique spontanément sans préparation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'improvisation au piano demande beaucoup de créativité.
Η αυτοσχεδίαση στο πιάνο απαιτεί πολλή δημιουργικότητα.



























