l'improvisation
improvisation
ɛ̃pʁɔvizasjɔ̃
eprawvizasyaw

Ορισμός και σημασία του "improvisation"στα γαλλικά

L'improvisation
01

αυτοσχεδιασμός

action de créer ou de jouer de la musique spontanément sans préparation 
l'improvisation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'improvisation au piano demande beaucoup de créativité. 

Η αυτοσχεδίαση στο πιάνο απαιτεί πολλή δημιουργικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store