l'imperfection

Ορισμός και σημασία του "imperfection"στα γαλλικά

L'imperfection
[gender: feminine]
01

ατέλεια, ελάττωμα

défaut qui fait qu'une chose n'est pas parfaite
l'imperfection definition and meaning
Παραδείγματα
Chaque œuvre possède une imperfection.
Κάθε έργο διαθέτει μια ατέλεια.
02

κηλίδα, ατέλεια

petite marque visible sur la peau
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
imperfections
Παραδείγματα
L' adolescence donne souvent des imperfections.
Η εφηβεία συχνά δίνει ατέλειες.

Λεξικό Δέντρο

imperfection
perfection
perfect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store