Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'imperfection
[gender: feminine]
01
ατέλεια, ελάττωμα
défaut qui fait qu'une chose n'est pas parfaite
Παραδείγματα
Chaque œuvre possède une imperfection.
Κάθε έργο διαθέτει μια ατέλεια.
02
κηλίδα, ατέλεια
petite marque visible sur la peau
Παραδείγματα
L' adolescence donne souvent des imperfections.
Η εφηβεία συχνά δίνει ατέλειες.



























