Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impatient
01
ανυπόμονος, ανήσυχος
qui n'aime pas attendre, qui veut que les choses arrivent vite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus impatient
συγκριτικός βαθμός
plus impatient
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impatient
αρσενικό πληθυντικό
impatients
θηλυκό ενικό
impatiente
θηλυκό πληθυντικό
impatientes
θεματικό πεδίο
émotion, comportement, tempérament
Παραδείγματα
Elle est impatiente de recevoir son cadeau.
Είναι ανυπόμονη να λάβει το δώρο της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impatient
patient
pati



























