impatient
impatient
ɛ̃pasjɑ̃
epasyaa

Ορισμός και σημασία του "impatient"στα γαλλικά

01

ανυπόμονος, ανήσυχος

qui n'aime pas attendre, qui veut que les choses arrivent vite 
impatient definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus impatient
συγκριτικός βαθμός
plus impatient
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impatient
αρσενικό πληθυντικό
impatients
θηλυκό ενικό
impatiente
θηλυκό πληθυντικό
impatientes
Παραδείγματα
Elle est impatiente de recevoir son cadeau. 

Είναι ανυπόμονη να λάβει το δώρο της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store