Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'implant
01
εμφύτευμα, πρόθεση
objet artificiel (métal, silicone, etc. ) placé chirurgicalement dans le corps pour remplacer ou soutenir un organe/tissu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
implants
Παραδείγματα
Il a reçu un implant dentaire après son accident.
Έλαβε ένα εμφύτευμα οδοντοστοιχείου μετά το ατύχημά του.



























