Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
implanter
01
εγκαθιστώ, εισάγω
créer ou installer quelque chose dans un endroit
Παραδείγματα
Elle a implanté son atelier dans le quartier historique.
Εκείνη εγκατέστησε το εργαστήριό της στην ιστορική συνοικία.
02
εγκαθίσταται, ριζώνει
se créer ou s'établir dans un endroit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
implante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
implantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
implanterai
ενεστώτα μετοχή
implantant
παθητική μετοχή
implanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
implantions
Παραδείγματα
Le projet s' implante progressivement dans la région.
Το έργο εγκαθίσταται σταδιακά στην περιοχή.



























