Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
implanter
01
εγκαθιστώ, εισάγω
créer ou installer quelque chose dans un endroit
Παραδείγματα
L'entreprise va implanter une nouvelle usine en Europe.
Η εταιρεία θα εγκαταστήσει ένα νέο εργοστάσιο στην Ευρώπη.
02
εγκαθίσταται, ριζώνει
se créer ou s'établir dans un endroit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
implante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
implantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
implanterai
ενεστώτα μετοχή
implantant
παθητική μετοχή
implanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
implantions
Παραδείγματα
L'entreprise s'implante en Europe depuis deux ans.
Η εταιρεία εγκαθίσταται στην Ευρώπη εδώ και δύο χρόνια.



























