impeccable
impeccable
ɛ̃pɛkabl
epekabl
implacable

Ορισμός και σημασία του "impeccable"στα γαλλικά

impeccable
01

άψογος, αψεγάδιαστος

sans défaut ni imperfection 
impeccable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus impeccable
συγκριτικός βαθμός
plus impeccable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impeccable
αρσενικό πληθυντικό
impeccables
θηλυκό ενικό
impeccable
θηλυκό πληθυντικό
impeccables
Παραδείγματα
Son français est impeccable. 

Τα γαλλικά της είναι άψογα.

02

άψογος, αψεγάδιαστος

d'une propreté parfaite 
impeccable definition and meaning
Παραδείγματα
L'hôtel maintenait des chambres impeccables. 

Το ξενοδοχείο διατηρούσε άψογα δωμάτια.

Λεξικό Δέντρο

impeccable
peccable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store