Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illustrer
01
εικονογραφώ, συνοδεύω με εικόνες
accompagner un texte d'images ou de dessins pour le rendre plus clair ou attrayant
Παραδείγματα
L'album est illustré par de magnifiques dessins.
Το άλμπουμ εικονογραφείται με υπέροχες ζωγραφιές.
02
εικονογραφώ, εξηγώ με παράδειγμα
expliquer ou clarifier quelque chose par un exemple ou une démonstration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
illustre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
illustrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
illustrerai
ενεστώτα μετοχή
illustrant
παθητική μετοχή
illustré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
illustrions
Παραδείγματα
Le professeur a illustré sa leçon avec plusieurs exemples pratiques.
Ο δάσκαλος απεικόνισε το μάθημά του με πολλά πρακτικά παραδείγματα.
03
δοξάζω, εξυμνώ
rendre célèbre ou mettre en valeur quelqu'un ou quelque chose par ses actions
Παραδείγματα
Cette invention a illustré la carrière de l'ingénieur.
Αυτή η εφεύρεση έκανε διάσημη την καριέρα του μηχανικού.



























