l'illusionniste
illusionniste
il(l)yzjɔnist
illyzyawnist

Ορισμός και σημασία του "illusionniste"στα γαλλικά

L'illusionniste
01

ιλουζιονίστας, μαγικός καλλιτέχνης

personne qui réalise des effets visuels ou des tours qui semblent impossibles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
illusionnistes
αρσενικό ενικό
illusionniste
θηλυκό ενικό
illusionniste
neutral form
magicien
Παραδείγματα
L'illusionniste a fait disparaître un foulard sous les yeux du public. 

Ο ιλλουζιονίστας έκανε ένα μαντήλι να εξαφανιστεί μπροστά στα μάτια του κοινού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store