Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illuminer
01
φωτίζω, φωταγωγώ
éclairer vivement, rendre lumineux par la lumière
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
illumine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
illuminons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
illuminerai
ενεστώτα μετοχή
illuminant
παθητική μετοχή
illuminé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
illuminions
Παραδείγματα
Les décorations de Noël illuminent la rue.
Οι χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις φωτίζουν το δρόμο.



























