illuminer
i
i
i
llu
ly
ly
mi
mi
mi
ner
ne
ne
illuminé

Ορισμός και σημασία του "illuminer"στα γαλλικά

illuminer
01

φωτίζω, φωταγωγώ

éclairer vivement, rendre lumineux par la lumière 
illuminer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
illumine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
illuminons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
illuminerai
ενεστώτα μετοχή
illuminant
παθητική μετοχή
illuminé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
illuminions
Παραδείγματα
Les décorations de Noël illuminent la rue. 

Οι χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις φωτίζουν το δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store