Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illuminer
01
φωτίζω, φωταγωγώ
éclairer vivement, rendre lumineux par la lumière
Παραδείγματα
La lune éclaire et illumine le ciel nocturne.
Το φεγγάρι φωτίζει και φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φωτίζω, φωταγωγώ