Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'illustration
[gender: feminine]
01
παράδειγμα, απεικόνιση
exemple qui illustre ou explique quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
illustrations
Παραδείγματα
Les chiffres sont une illustration des progrès réalisés.
Οι αριθμοί είναι μια απεικόνιση των επιτευγμάτων.
02
εικονογράφηση, σχέδιο
image ou dessin qui accompagne un texte
Παραδείγματα
L' illustration représente une scène de la vie quotidienne.
Η εικονογράφηση αναπαριστά μια σκηνή από την καθημερινή ζωή.
03
εξήγηση
action d'expliquer ou de clarifier quelque chose
Παραδείγματα
L' illustration de son point de vue est très convaincante.
Η απεικόνιση της άποψής του είναι πολύ πειστική.
Λεξικό Δέντρο
illustration
illustrate



























