le hurlement
hurlement
yʁləmɑ̃
yrlēmaa
humblementhululement

Ορισμός και σημασία του "hurlement"στα γαλλικά

01

κραυγή, ουρλιαχτό

cri très fort et prolongé d'une personne 
le hurlement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hurlements
Παραδείγματα
Un hurlement de douleur a retenti dans la salle. 

Μια κραυγή πόνου αντήχησε στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store