Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hurlement
01
κραυγή, ουρλιαχτό
cri très fort et prolongé d'une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hurlements
Παραδείγματα
Elle s' est mise à pousser des hurlements hystériques.
Άρχισε να βγάζει υστερικές κραυγές.



























