hurler
Pronunciation
/’yʀle/

Ορισμός και σημασία του "hurler"στα γαλλικά

hurler
01

φωνάζω, κραυγάζω

pousser un cri fort et aigu
hurler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hurle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hurlons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hurlerai
ενεστώτα μετοχή
hurlant
παθητική μετοχή
hurlé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hurlions
Παραδείγματα
" Attention ! " a -t -il hurlé avant l' impact.
"Προσοχή!" φώναξε πριν από την πρόσκρουση.
02

ουρλιάζω, κραυγάζω

émettre un son prolongé (animaux)
hurler definition and meaning
Παραδείγματα
Le tigre a hurlé pour intimider ses rivaux.
Η τίγρη βρυχήθηκε για να τρομάξει τους αντιπάλους της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store