Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hurler
01
φωνάζω, κραυγάζω
pousser un cri fort et aigu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hurle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hurlons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hurlerai
ενεστώτα μετοχή
hurlant
παθητική μετοχή
hurlé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hurlions
Παραδείγματα
" Attention ! " a -t -il hurlé avant l' impact.
"Προσοχή!" φώναξε πριν από την πρόσκρουση.
02
ουρλιάζω, κραυγάζω
émettre un son prolongé (animaux)
Παραδείγματα
Le tigre a hurlé pour intimider ses rivaux.
Η τίγρη βρυχήθηκε για να τρομάξει τους αντιπάλους της.



























