Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'hymne
[gender: masculine]
01
ύμνος, επίσημο τραγούδι
chant solennel qui représente un pays, une institution ou une cause, souvent joué lors d'événements officiels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hymnes
Παραδείγματα
L' hymne olympique retentit lors de la cérémonie.
Ο ολυμπιακός ύμνος ακούγεται κατά τη διάρκεια της τελετής.
02
ύμνος, θρησκευτικό τραγούδι
chant religieux solennel utilisé dans les cérémonies ou les prières
Παραδείγματα
Les moines composèrent cet hymne au XIIe siècle.
Οι μοναχοί συνέθεσαν αυτόν τον ύμνο τον 12ο αιώνα.



























