Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hydrater
01
ενυδατώνω, υγραίνω
apporter de l'eau ou de l'humidité à la peau, aux cheveux ou à une matière sèche
Παραδείγματα
Pense à hydrater tes lèvres avant de sortir.
Σκέψου να ενυδατώσεις τα χείλη σου πριν βγεις.
02
ενυδατώνω, υγραίνω
combiner une substance chimique avec de l'eau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hydrate
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hydratons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hydraterai
παθητική μετοχή
hydraté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hydrations
Παραδείγματα
Hydrater ce mélange facilite son utilisation.
Η ενυδάτωση αυτού του μείγματος διευκολύνει τη χρήση του.



























