l'humour
hu
y
y
mour
muʁ
moor
humeur

Ορισμός και σημασία του "humour"στα γαλλικά

01

χιούμορ, ευφυΐα

capacité à voir ou à dire des choses amusantes, à faire rire les autres 
l'humour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
humours
Παραδείγματα
Son humour fait rire tout le monde. 

Το χιούμορ του κάνει όλους να γελούν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store