humanitaire
hu
y
υ
ma
ma
μα
ni
ni
νι
taire
ˈtɛʁ
τερ

Ορισμός και σημασία του "humanitaire"στα γαλλικά

humanitaire
01

ανθρωπιστικός, ανθρωπιστική

qui vise à améliorer la condition humaine, en particulier dans les situations de crise 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
humanitaire
αρσενικό πληθυντικό
humanitaires
θηλυκό ενικό
humanitaire
θηλυκό πληθυντικό
humanitaires
θεματικό πεδίο
aide, société, crise
Παραδείγματα
Une organisation humanitaire fournit des médicaments aux réfugiés. 

Ένας ανθρωπιστικός οργανισμός παρέχει φάρμακα σε πρόσφυγες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store