Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
humanitaire
01
ανθρωπιστικός, ανθρωπιστική
qui vise à améliorer la condition humaine, en particulier dans les situations de crise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
humanitaire
αρσενικό πληθυντικό
humanitaires
θηλυκό ενικό
humanitaire
θηλυκό πληθυντικό
humanitaires
Παραδείγματα
Une organisation humanitaire fournit des médicaments aux réfugiés.
Ένας ανθρωπιστικός οργανισμός παρέχει φάρμακα σε πρόσφυγες.



























