Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
huiler
01
λαδώνω, λιπαίνω με λάδι
appliquer de l'huile pour faciliter le mouvement ou protéger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
huile
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
huilons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
huilerai
ενεστώτα μετοχή
huilant
παθητική μετοχή
huilé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
huilions
Παραδείγματα
N' oublie pas d' huiler la machine à coudre.
Μην ξεχάσεις να λαδώσεις τη ραπτομηχανή.



























