huiler
huiler
ɥile
üile
hurler

Ορισμός και σημασία του "huiler"στα γαλλικά

huiler
01

λαδώνω, λιπαίνω με λάδι

appliquer de l'huile pour faciliter le mouvement ou protéger 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
huile
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
huilons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
huilerai
ενεστώτα μετοχή
huilant
παθητική μετοχή
huilé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
huilions
Παραδείγματα
J'ai huilé la chaîne de vélo pour qu'elle ne grince plus. 

Λάδωσα την αλυσίδα του ποδηλάτου για να μην τρίζει πια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store