Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'huile
[gender: feminine]
01
λάδι, λιπαρό υγρό
substance liquide grasse utilisée en cuisine ou pour d'autres usages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
huiles
Παραδείγματα
L' huile de tournesol a un goût neutre.
Το λάδι ηλίανθου έχει ουδέτερη γεύση.
02
λαδομπογιά, λάδι
peinture composée de pigments mélangés à de l'huile, utilisée en art
Παραδείγματα
La peinture à l' huile permet de mélanger les couleurs facilement.
Η ελαιογραφία επιτρέπει την εύκολη ανάμειξη των χρωμάτων.
03
λάδι για το σώμα, σωματικό λάδι
liquide gras appliqué sur la peau ou les cheveux pour hydrater, nourrir ou protége
Παραδείγματα
Il masse ses muscles avec de l' huile après le sport.
Μασά τα μύες του με λάδι μετά τον αθλητισμό.



























