hurler
hurler
yʁle
yrle
huiler

Ορισμός και σημασία του "hurler"στα γαλλικά

hurler
01

φωνάζω, κραυγάζω

pousser un cri fort et aigu 
hurler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hurle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hurlons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hurlerai
ενεστώτα μετοχή
hurlant
παθητική μετοχή
hurlé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hurlions
Παραδείγματα
6. "Ne me parle pas sur ce ton ! " a-t-elle hurlé. 

6. "Μη μου μιλάς με αυτό το τόνο!", φώναξε αυτή.

02

ουρλιάζω, κραυγάζω

émettre un son prolongé (animaux) 
hurler definition and meaning
Παραδείγματα
Le chien hurle chaque fois qu'une ambulance passe. 

Ο σκύλος ουρλιάζει κάθε φορά που περνάει ένα ασθενοφόρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store