l'humeur
hu
y
y
meur
mœʁ
moer
humourhumer

Ορισμός και σημασία του "humeur"στα γαλλικά

01

διάθεση, ψυχική κατάσταση

état d'esprit ou disposition émotionnelle d'une personne 
l'humeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son humeur change rapidement selon les situations. 

Η διάθεσή του αλλάζει γρήγορα ανάλογα με τις καταστάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store