Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hululer
01
ουρλιάζω σαν κουκουβάγια, βγάζω την κραυγή της κουκουβάγιας
pousser le cri d'un hibou ou d'une chouette
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hulule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hululons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hululerai
παθητική μετοχή
hululé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hululions
Παραδείγματα
Même la petite chouette hulule dans la forêt sombre.
Ακόμα και η μικρή κουκουβάγια κράζει στο σκοτεινό δάσος.



























