la hache
Pronunciation
/ˈaʃ/

Ορισμός και σημασία του "hache"στα γαλλικά

01

τσεκούρι, πέλεκυς

outil tranchant avec un manche, utilisé pour couper du bois
la hache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
haches
Παραδείγματα
Attention ! Cette hache est très lourde.
Προσοχή! Αυτό το τσεκούρι είναι πολύ βαρύ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store