Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habillé
01
κομψός, επίσημος
qui est soigné, chic ou correspondant à une tenue formelle
Παραδείγματα
Une robe habillée est exigée pour le bal.
Απαιτείται ένα εμφανίσιμο φόρεμα για το χορό.
02
ντυμένος, κομψά ντυμένος
qui porte des vêtements, souvent élégants ou appropriés à la situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus habillé
συγκριτικός βαθμός
plus habillé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
habillé
αρσενικό πληθυντικό
habillés
θηλυκό ενικό
habillée
θηλυκό πληθυντικό
habillées
Παραδείγματα
Elle est habillée pour la soirée.
Είναι ντυμένη για το βράδυ.



























