habillé
habillé
abije
abiye
habiller

Ορισμός και σημασία του "habillé"στα γαλλικά

01

κομψός, επίσημος

qui est soigné, chic ou correspondant à une tenue formelle 
habillé definition and meaning
Παραδείγματα
Une robe habillée est exigée pour le bal. 

Απαιτείται ένα εμφανίσιμο φόρεμα για το χορό.

02

ντυμένος, κομψά ντυμένος

qui porte des vêtements, souvent élégants ou appropriés à la situation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus habillé
συγκριτικός βαθμός
plus habillé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
habillé
αρσενικό πληθυντικό
habillés
θηλυκό ενικό
habillée
θηλυκό πληθυντικό
habillées
Παραδείγματα
Elle est habillée pour la soirée. 

Είναι ντυμένη για το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store