Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
graver
01
χαράσσω, σκαλίζω
inciser ou découper des motifs, des lettres ou des dessins dans une surface dure comme le bois, le métal ou la pierre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
grave
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gravons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
graverai
παθητική μετοχή
gravé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gravions
Παραδείγματα
Il grave son nom sur une bague en argent.
Σκαλίζει το όνομά του σε ένα αργυρό δαχτυλίδι.
02
χαράζω, αποτυπώνω
mémoriser ou fixer quelque chose dans la mémoire de façon durable
Παραδείγματα
Cette chanson est gravée dans ma mémoire depuis mon enfance.
Αυτό το τραγούδι είναι χαραγμένο στη μνήμη μου από την παιδική μου ηλικία.
03
καταγράφω, καίω
inscrire ou enregistrer des données sur un support numérique, comme un CD ou un DVD
Παραδείγματα
Il grave les photos de vacances sur un CD.
Καταγράφει τις φωτογραφίες των διακοπών σε ένα CD.



























