la fuite
fuite
fɥɪt
füit
sweatmythesuitebyte

Ορισμός και σημασία του "fuite"στα γαλλικά

01

απόδραση, φυγή

action de partir rapidement pour échapper à quelque chose 
la fuite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fuites
Παραδείγματα
La fuite du prisonnier a duré plusieurs heures. 

Η απόδραση του κρατουμένου διήρκεσε αρκετές ώρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store