fumer
fu
fy
fy
mer
me
me
fuserfumierfumeur

Ορισμός και σημασία του "fumer"στα γαλλικά

01

καπνίζω, εισπνέω τον καπνό του καπνού

inhaler la fumée du tabac, consommer du tabac 
fumer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fume
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fumons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fumerai
ενεστώτα μετοχή
fumant
παθητική μετοχή
fumé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fumions
Παραδείγματα
Il fume une cigarette tous les jours. 

Καπνίζει ένα τσιγάρο κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store