Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
former
01
δημιουργώ, δίνω μορφή σε
créer, donner une forme à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
forme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
formons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
formerai
ενεστώτα μετοχή
formant
παθητική μετοχή
formé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
formions
Παραδείγματα
Les nuages forment des motifs étranges dans le ciel.
Σχηματίζουν περίεργα σχέδια στον ουρανό.
02
εκπαιδεύω, προετοιμάζω
enseigner, instruire, préparer quelqu'un à un métier ou une activité
Παραδείγματα
Le centre forme des spécialistes en informatique.
Το κέντρο εκπαιδεύει ειδικούς πληροφορικής.



























