Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
former
01
δημιουργώ, δίνω μορφή σε
créer , donner une forme à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
forme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
formons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
formerai
ενεστώτα μετοχή
formant
παθητική μετοχή
formé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
formions
Παραδείγματα
Ils ont formé un cercle avec les chaises.
Δημιούργησαν έναν κύκλο με τις καρέκλες.
02
εκπαιδεύω, προετοιμάζω
enseigner, instruire, préparer quelqu'un à un métier ou une activité
Παραδείγματα
L'école forme des ingénieurs compétents
Το σχολείο διαμορφώνει ικανούς μηχανικούς.



























