former
for
fɔʁ
fawr
mer
me
me
forgerforcerfermerforer

Ορισμός και σημασία του "former"στα γαλλικά

former
01

δημιουργώ, δίνω μορφή σε

créer , donner une forme à quelque chose 
former definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
forme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
formons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
formerai
ενεστώτα μετοχή
formant
παθητική μετοχή
formé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
formions
Παραδείγματα
Ils ont formé un cercle avec les chaises. 

Δημιούργησαν έναν κύκλο με τις καρέκλες.

02

εκπαιδεύω, προετοιμάζω

enseigner, instruire, préparer quelqu'un à un métier ou une activité 
former definition and meaning
Παραδείγματα
L'école forme des ingénieurs compétents 

Το σχολείο διαμορφώνει ικανούς μηχανικούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store