former
Pronunciation
/fɔʀme/

Ορισμός και σημασία του "former"στα γαλλικά

former
01

δημιουργώ, δίνω μορφή σε

créer, donner une forme à quelque chose
former definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
forme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
formons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
formerai
ενεστώτα μετοχή
formant
παθητική μετοχή
formé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
formions
Παραδείγματα
Les nuages forment des motifs étranges dans le ciel.
Σχηματίζουν περίεργα σχέδια στον ουρανό.
02

εκπαιδεύω, προετοιμάζω

enseigner, instruire, préparer quelqu'un à un métier ou une activité
former definition and meaning
Παραδείγματα
Le centre forme des spécialistes en informatique.
Το κέντρο εκπαιδεύει ειδικούς πληροφορικής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store