Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formel
01
επίσημος, τυπικός
qui exprime une décision ou une affirmation avec certitude et autorité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus formel
συγκριτικός βαθμός
plus formel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
formel
αρσενικό πληθυντικό
formels
θηλυκό ενικό
formelle
θηλυκό πληθυντικό
formelles
Παραδείγματα
Il a donné une réponse formelle à la question.
Έδωσε μια επίσημη απάντηση στην ερώτηση.
02
σαφής, επίσημος
qui est clair, précis et explicite
Παραδείγματα
Il a donné une réponse formelle à ma question.
Έδωσε μια επίσημη απάντηση στην ερώτησή μου.
03
επίσημος, πρωτοκολλικός
qui respecte les règles ou usages officiels et la politesse
Παραδείγματα
Ils ont tenu une réunion formelle avec tous les directeurs.
Διεξήγαγαν μια επίσημη συνάντηση με όλους τους διευθυντές.
04
επίσημος, τυπικός
qui concerne la forme ou l'apparence plutôt que le contenu réel
Παραδείγματα
Il a présenté une excuse formelle mais sans sincérité.
Παρουσίασε μια τυπική συγγνώμη αλλά χωρίς ειλικρίνεια.



























