Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le formulaire
01
φόρμα, έντυπο
document à remplir avec des informations demandées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
formulaire
Παραδείγματα
J'ai rempli le formulaire pour m'inscrire à l'école.
Συμπλήρωσα τη φόρμα για να εγγραφώ στο σχολείο.



























